Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι βραχυχρόνιες μισθώσεις στην Ελλάδα συνδέονται με φαινόμενα όπως ο υπερτουρισμός και η στεγαστική κρίση. Η αλήθεια επίσης είναι ότι έχουμε μια δραστηριότητα η οποία «ξεφύτρωσε» από το πουθενά και κατάφερε να δημιουργήσει ένα νέο κλάδο της οικονομίας.
Δεν υπάρχει αμφιβολία, επίσης, ότι στα χρόνια που αναπτύσσεται έχει υλοποιήσει το μεγαλύτερο ίσως πρόγραμμα ανακαινίσεων και ενεργειακών αναβαθμίσεων που έχει γίνει ποτέ στη χώρα, με τη βοήθεια και των κρατικών επιδοτήσεων. Δημιουργεί έναν τζίρο –και λίγα λέμε– άνω των 4,5 δισ. ευρώ ετησίως. Φέρνει άμεσα περίπου ένα δισ. ευρώ στα δημόσια ταμεία και πολύ υψηλότερα έσοδα έμμεσα, μέσω λοιπών δραστηριοτήτων που υποστηρίζει. Η αλήθεια είναι ότι όταν ξεκίνησε δεν χαρακτηριζόταν από επαγγελματικότητα και σπανίως από οποιασδήποτε μορφής νομιμότητα. Αλλά εδώ και καιρό και αυτό αλλάζει. Οι μικροί περιστασιακοί ιδιοκτήτες αποχωρούν. Τη θέση τους παίρνουν εταιρείες διαχείρισης, επενδυτές που λειτουργούν με φορολογική και νομική συμμόρφωση. Η απλή έννοια του διαμοιρασμού εξαφανίζεται και δίνει τη θέση του σε έναν νέο κλάδο της οικονομίας.
Ειδικά στην περίπτωση της Αθήνας, περιοχές «απροσπέλαστες» έχουν αλλάξει πρόσωπο χάρη στις βραχυχρόνιες μισθώσεις και πλέον είναι φιλικές, όχι μόνο στους επισκέπτες αλλά και στους μονίμους κατοίκους. Δεν συμβαίνει παντού. Για παράδειγμα, στο ήπιο Κουκάκι η κατάσταση έχει παραγίνει, καθώς διαλύθηκε μεγάλο μέρος του κοινωνικού ιστού. Αλλά έχει δει κανείς πιο φιλικά τα Εξάρχεια, όπου για σχεδόν μία δεκαετία η απλή βόλτα αποτελούσε δοκιμασία για έναν απλό πολίτη. Το ότι εκτοξεύθηκαν οι τιμές των ενοικίων είναι κι αυτό πραγματικότητα. Το Παγκράτι έγινε Κηφισιά από πλευράς ενοικίων, αλλά όσοι είχαν περιουσίες εκεί, αυτές απέκτησαν αξία.
Οι πρώτες απαγορεύσεις προκάλεσαν την προσαρμογή της αγοράς. Σε Παγκράτι και Κουκάκι, ακόμη και όσοι ιδιοκτήτες τα νοίκιαζαν στη μακροχρόνια έσπευσαν να τα δηλώσουν στο σχετικό μητρώο των βραχυχρόνιων για να πάρει η περιουσία τους αξία. Νέοι αγοραστές έσπευσαν στη γειτονική Κυψέλη, στα Πατήσια ή στου Γκύζη για να δημιουργήσουν νέες εστίες βραχυχρόνιας, ανεβάζοντας και εκεί τα ενοίκια.
Το πρόβλημα δεν λύνεται με ένα «κόβω τη βραχυχρόνια». Ούτε με το «η αγορά θα αυτορρυθμιστεί». Χρειάζεται πολύ πιο σοβαρό συνολικό σχεδιασμό και κυρίως πλαφόν επιτρεπόμενου αριθμού ακινήτων βραχυχρόνιας, παντού.





