Ο τουρισμός, που εξακολουθεί να είναι η βαριά βιομηχανία της χώρας, παραμένει ισχυρά αναπτυξιακός για την Αττική και τα νησιά του νοτίου Αιγαίου και στην Κρήτη, αλλά στη Θεσσαλονίκη και την υπόλοιπη Βόρεια Ελλάδα το αποτύπωμα του είναι ακόμη αχνό, υποτονικό. Ιδιαίτερα μετά την πανδημία, όπως αποδεικνύεται, η θεαματική επανεκκίνηση του ελληνικού τουρισμού αφορά συντριπτικά τον νότο της χώρας, καθώς οι περιφέρειες του βορειοελλαδικού τόξου κατοχυρώνουν μικρότερο ποσοστό της πανελλαδικής πίτας σε σχέση με το 2019 και την περίοδο προ κορωνοϊού.
Τα στοιχεία του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων, στα οποία περιγράφονται οι μεταβολές σε βασικά μεγέθη του ελληνικού τουρισμού μεταξύ του 2019, του τελευταίου έτους προ πανδημίας, και του 2024 είναι συντριπτικά και ως εκ τούτου αποκαλυπτικά. Θα πρέπει, λοιπόν, να προβληματίσουν τους ιθύνοντες και τους επαγγελματίες του τουρισμού στη Μακεδονία και τη Θράκη, καθώς ακόμη και όταν η τουριστική κίνηση στη Θεσσαλονίκη και άλλες περιοχές του ελληνικού Βορρά δείχνει να ζωηρεύει, το οικονομικό αποτύπωμα είναι ισχνό. Αυτό σημαίνει ότι πρώτιστος στόχος θα πρέπει να είναι η αναβάθμιση των αγορών στις οποίες απευθύνεται η περιοχή, αφού η καλοκαιρινή… κατοχή από τους Βαλκάνιους αποδεικνύεται αντιπαραγωγική. Μόνο τα φτηνά καταλύματα, δηλαδή τα ενοικιαζόμενα δωμάτια και η εστίαση, κυρίως τα φαστφουντάδικα, βγαίνουν κερδισμένα από την επέλαση του μαζικού και φτωχικού βαλκανικού τουρισμού, ενώ την ίδια ώρα και στιγμή οι υποδομές επιβαρύνονται αναντίστοιχα. Κι όμως δήμοι και περιφέρειες της περιοχής επιμένουν να προωθούν τον τουρισμό σε εκθέσεις στη Σερβία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία, που έχουν γίνει θεσμός, τουλάχιστον για τα… μίζερα ταξιδάκια των ιθυνόντων. Και είναι κρίμα για λόγους ιδιωτικών μικροσυμφερόντων της πλάκας -πουθενά στον κόσμο, ούτε καν στην Ελλάδα, η κατανάλωση των… πιτόγυρων δεν συνιστά τουριστικό μέγεθος – η τοπική τουριστική βιομηχανία να είναι εγκλωβισμένη σε χαμηλούς στόχους και αβέβαιες προοπτικές.
Για να καταλάβει κανείς τι συμβαίνει τα τελευταία χρόνια αρκεί να σημειώσει τα ακόλουθα:
Πρώτον, η περιφέρεια Αττικής έχει καταφέρει να ενισχύσει σημαντικά το μερίδιό της σε επίπεδο δαπανών των ξένων τουριστών, σε σημείο που το 2024 σχεδόν το ένα τέταρτο του συνόλου των εισπράξεων κατευθύνθηκε σε αυτή. Το μερίδιο της Αττικής ως προς τις αφίξεις ενισχύθηκε κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες, από 16% το 2019 σε 22% το 2024. Αντίστοιχα η «Μέση Δαπάνη ανά Επίσκεψη» αυξήθηκε κατά 103 ευρώ, στα 541 ευρώ από 438 ευρώ το 2019. Ακόμη πιο εντυπωσιακή, ωστόσο, είναι η μεταβολή του μεριδίου της Αττικής ως προς τις συνολικές τουριστικές εισπράξεις της χώρας. Το σχετικό ποσοστό αυξήθηκε από περίπου 14,7% σε 23%, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη μεταβολή μεταξύ όλων των περιφερειών. Έτσι, στην Αττική το 2024 δαπανήθηκε σχεδόν 1 στα 4 ευρώ που ξόδεψαν συνολικά οι ξένοι τουρίστες που επισκέφθηκαν την Ελλάδα.
Δεύτερον, η περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου, στην οποία συμπεριλαμβάνονται οι Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα, παραμένει πρώτη στις τουριστικές εισπράξεις της χώρας με ποσοστό άνω του 25% του συνόλου, ενώ σε υψηλά επίπεδα βρίσκεται και η Κρήτη.
Τρίτον, η Κεντρική Μακεδονία -και η Θεσσαλονίκη- συμπεριλαμβάνεται στους χαμένους της πενταετίας 2019 – 2024, με το μερίδιό της σε ό,τι αφορά επισκέψεις, διανυκτερεύσεις και δαπάνες να περιορίζεται. Η μεγαλύτερη υστέρηση εντοπίστηκε σε επίπεδο δαπανών, με το μερίδιο της Κεντρικής Μακεδονίας να πέφτει από το 13% το 2019 στο 7% το 2024. Τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες απώλεσε η περιοχή ως προς τις διανυκτερεύσεις, ενώ μικρότερες κατά μία ποσοστιαία μονάδα ήταν οι απώλειες σε ό,τι αφορά τις επισκέψεις.
Τέταρτον, η περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης κατέγραψε το 2024 γενικευμένη απώλεια μεριδίων σε αφίξεις, διανυκτερεύσεις και εισπράξεις σε σχέση με το 2019. Παρά τις επιμέρους τοπικές επιτυχίες, η περιοχή δεν συμμετείχε ουσιαστικά στην αναπτυξιακή δυναμική της πενταετίας, γεγονός που διευρύνει τις γεωγραφικές ανισότητες και ενισχύει τη συγκέντρωση. Για την περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας ούτε λόγος, αφού επειδή δεν έχει θάλασσα ο τουρισμός της θερινής περιόδου ήταν και παραμένει σχεδόν σε μηδενικά επίπεδα, ενώ και το χειμώνα τα… κουκιά είναι μετρημένα.
Η τουριστική υπερσυγκέντρωση στον νότο της χώρας μπορεί να ακούγεται -και να είναι – φυσιολογική, αλλά οι διαφορές είναι δυσανάλογα μεγάλες. Το «κλειδί» είναι ένα και μοναδικό. Η ποιότητα και το οικονομικό επίπεδο των επισκεπτών, που στη Θεσσαλονίκη και την υπόλοιπη Β. Ελλάδα πρέπει να αναβαθμιστεί. Κάτι για το οποίο χρειάζεται επαγγελματική δουλειά, διαρκής προσπάθεια και λογική πίστωση χρόνου. Μόνο που σήμερα τίποτε από τα τρία δεν υπάρχει, ούτε στη Θεσσαλονίκη, ούτε στις δύο τουριστικές Περιφέρειες της Μακεδονίας και της Θράκης. Και δεν θα μπορούσε να υπάρχει, αφού όλα ξεκινούν από τον επαγγελματισμό, ο οποίος όταν υπάρχει επιβάλλει και τους όρους της προσπάθειας και το χρόνο των αποτελεσμάτων. Όσο, όμως, δεν υπάρχει και οι σχετικές ανάγκες καλύπτονται από εμπειρογνώμονες φίλους, γνωστούς και συγγενείς, οι οποίοι -πολύ απλά- τόσα ξέρουν τόσα κάνουν, τα αποτελέσματα θα είναι τα ίδια, λίγο πάνω, λίγο κάτω. Άλλωστε η ιστορία και η γεωγραφία, ως σύμμαχοι της Θεσσαλονίκης και της ευρύτερης περιοχής, διασφαλίζουν ένα μίνιμουμ επισκεψιμότητας, το οποίο συγκρινόμενο με τον περσινό, προ πενταετίας ή προ δεκαετίας εαυτό του, καταλήγει σε αποτέλεσμα που ακόμη κι αν δεν είναι καλό είναι -ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν οι ιθύνοντες- διαχειρίσιμο. Διότι -ας μην ξεχνάμε- τίποτα που δεν συγκρίνεται με κάτι ανάλογο που βρίσκεται κάπως πιο μακριά ώστε να φαίνεται συνολικά και με σαφήνεια δεν οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα.
ΥΓ1. Η επισκεψιμότητα στη Θεσσαλονίκη την τελευταία δεκαετία έχει αυξηθεί, κάτι που είναι ορατό ακόμη και δια… γυμνού οφθαλμού, με μια βόλτα στο κέντρο της πόλης, αλλά και με την καταμέτρηση των τουριστικών καταλυμάτων. Η αίσθηση της αύξηση αποκτά ιδιαίτερη δυναμική, διότι συγκρίνεται με το προηγούμενο διάστημα -πρακτικά την προ δημαρχίας Μπουτάρη περίοδο-, όταν οι ξένοι επισκέπτες στην πόλη ήταν πολύ λιγότεροι, καθώς οι τότε διαχειριζόμενοι τα κοινά -δήμαρχοι, νομάρχες κλπ.- δεν νοιάζονταν καθόλου ή -ακόμη χειρότερα- ήταν… εχθρικοί στους επισκέπτες. Αλλά ακόμη και σήμερα, με βάση το μέγεθος, την ιστορία, τον τρόπο ζωής, τα μνημεία, τον ζωτικό χώρο και τα σχετικά, η Θεσσαλονίκη προσελκύει λιγότερους επισκέπτες από αυτούς που της αξίζουν. Το βασικό της πρόβλημα, δε, είναι η κατανομή των επισκεπτών μέσα στον χρόνο, διότι σαφώς το τετραήμερο των Χριστουγέννων ή το τριήμερο της Πρωτοχρονιάς δεν είναι ενδεικτικά. Όσο για τους ξενοδόχους και τους επαγγελματίες της βραχυχρόνιας μίσθωσης -η φιλοξενία είναι πάντα βαρόμετρο- γνωρίζουν ότι ακόμη κι όταν είναι ευχαριστημένοι για τις πληρότητες, παραμένουν πολύ πίσω στις τιμές και τα έσοδα σε σχέση τόσο με την Αθήνα, όσο και άλλες μεσαίου μεγέθους ευρωπαϊκές πόλεις.
ΥΓ2. Για την όποια ποιοτική αναβάθμιση στον τουρισμό της Θεσσαλονίκης και ευρύτερα της Κεντρικής Μακεδονίας καθοριστικός παράγων είναι και θα είναι και στο μέλλον το αεροδρόμιο «Μακεδονία». Όσο περισσότερες απευθείας συνδέσεις διαθέτει, τόσο καλύτερα. Και αν κάποια στιγμή υπάρξουν και υπερατλαντικές πτήσεις τότε τα αποτελέσματα θα είναι θεαματικά. Όσο, όμως, η περιοχή βασίζεται σε πολύ μεγάλο ποσοστό στον οδικό τουρισμό και στις πτήσεις αφενός από χώρες με πολλούς αποδήμους και αφετέρου εταιρειών χαμηλού κόστους το αποτύπωμα του τουρισμού στην οικονομία θα είναι περιορισμένο.
Τουριστική… βουτιά για τη Θεσσαλονίκη και όλη τη Βόρεια Ελλάδα μετά την πανδημία (voria.gr)




