Η ιστορία της ανακάλυψης ξεκινά στις 12 Σεπτεμβρίου 1940, όταν τέσσερις έφηβοι της περιοχής εντόπισαν ένα άνοιγμα στο έδαφος και αποφάσισαν να το εξερευνήσουν. Με έναν πρόχειρο φωτισμό κατέβηκαν στο εσωτερικό και προχώρησαν σε έναν διάδρομο περίπου 30 μέτρων, μέχρι που αντίκρισαν τις πρώτες ζωγραφιές σε αυτό που σήμερα ονομάζεται Αξονική Αίθουσα.
Υπάρχουν και εκδοχές που αναφέρουν ότι ένας σκύλος τους οδήγησε στο σημείο, ωστόσο αυτή η λεπτομέρεια δεν επιβεβαιώνεται πλήρως από τις επίσημες καταγραφές, οι οποίες εστιάζουν στην εξερεύνηση των ίδιων των αγοριών.
Στη συνέχεια, επέστρεψαν με σχοινί και κατέβηκαν σε έναν κάθετο άξονα περίπου 8 μέτρων, όπου βρίσκεται μία από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές του σπηλαίου: μια ανθρώπινη μορφή απέναντι από έναν βίσονα.

Το Λασκώ δεν είναι ένας ενιαίος χώρος, αλλά ένα εκτεταμένο δίκτυο στοών και θαλάμων με συνολικό μήκος περίπου 235 μέτρα. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του γαλλικού υπουργείου Πολιτισμού, έχουν καταγραφεί περίπου 680 ζωγραφισμένες μορφές και 1.500 χαράξεις, δηλαδή συνολικά περισσότερες από 2.000 παραστάσεις.
Τα ζώα κυριαρχούν στις απεικονίσεις — ταύροι, άλογα, ελάφια — μαζί με αφηρημένα σύμβολα. Ορισμένες μορφές ξεπερνούν τα 2 μέτρα σε μήκος, γεγονός που δείχνει ότι οι δημιουργοί τους εργάζονταν με σχεδιασμό και τεχνική ακρίβεια, παρά τις δύσκολες συνθήκες φωτισμού στο εσωτερικό του σπηλαίου.
Η ηλικία των έργων, σύμφωνα με μετρήσεις ραδιοάνθρακα, τοποθετείται μεταξύ 15.500 και 18.900 ετών, με τα περισσότερα στοιχεία να συγκλίνουν περίπου στις 17.000 χρόνια πριν από σήμερα.
Οι επισκέπτες έγιναν απειλή για το σπήλαιο
Το σπήλαιο άνοιξε για το κοινό το 1948 και γρήγορα μετατράπηκε σε σημαντικό τουριστικό προορισμό. Μέχρι το 1960 δεχόταν έως και 1.800 επισκέπτες ημερησίως. Ωστόσο, η αυξημένη παρουσία ανθρώπων είχε άμεσες συνέπειες: η θερμότητα του σώματος, η υγρασία και το διοξείδιο του άνθρακα άρχισαν να επηρεάζουν το μικροκλίμα του σπηλαίου.
Η διαχείριση του χώρου εξελίχθηκε σε ένα πολύπλοκο επιστημονικό έργο. Οι ειδικοί παρακολουθούν τη μετακίνηση του διοξειδίου του άνθρακα και του νερού στο υπέδαφος, καθώς και τις μικροβιακές κοινότητες που αναπτύσσονται στο εσωτερικό. Το 2015, μάλιστα, επιστημονική επιτροπή αποφάσισε να διακοπεί η αφαίρεση CO₂ από τα κατώτερα τμήματα του σπηλαίου, δείχνοντας ότι ακόμη και παρεμβάσεις με καλές προθέσεις χρειάζονται συνεχή επανεξέταση.
Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα εμφανίστηκε το 2001, με την εξάπλωση του μύκητα Fusarium solani, που οδήγησε σε χρήση χημικών ουσιών και αντιβιοτικών για τον περιορισμό του.
Σύμφωνα με έκθεση της UNESCO το 2008, οι παρεμβάσεις αυτές προκάλεσαν έντονες ανησυχίες, καθώς θεωρήθηκαν ιδιαίτερα δραστικές.
Καθώς έγινε σαφές ότι η άμεση πρόσβαση μπορεί να καταστρέψει το σπήλαιο, επιλέχθηκε η λύση των αντιγράφων. Το Λασκώ II άνοιξε το 1983 και αναπαράγει βασικά τμήματα του σπηλαίου, ενώ το Λασκώ III παρουσιάστηκε ως περιοδεύουσα έκθεση από το 2012.
Η πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση ήρθε με το Λασκώ IV, το Διεθνές Κέντρο Σπηλαιογραφικής Τέχνης, που εγκαινιάστηκε το 2016 και προσφέρει μια σχεδόν πλήρη αναπαράσταση του σπηλαίου, σε συνδυασμό με σύγχρονες ψηφιακές τεχνολογίες.
Σήμερα, το Λασκώ αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς ένα μοναδικό μνημείο μπορεί να απειληθεί ακόμη και από την ανθρώπινη περιέργεια.
Ένα περιβάλλον που παρέμεινε ανέπαφο για χιλιάδες χρόνια χρειάστηκε τελικά να προστατευτεί από τον ίδιο τον άνθρωπο — επιβεβαιώνοντας ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η καλύτερη επίσκεψη είναι εκείνη που δεν γίνεται ποτέ στο αυθεντικό σημείο.




