Πάνω από 1,1 εκατ. ξένοι τουρίστες επισκέφτηκαν την Ελλάδα τον φετινό Ιανουάριο, έναντι περίπου 679.000 τον Ιανουάριο του 2025. Με δεδομένο ότι τα περισσότερα νησιά ήταν κλειστά, πρόκειται για τουρίστες που επισκέφτηκαν κατά κύριο λόγο την Αθήνα και πιθανότατα τη Θεσσαλονίκη. Τα δε έσοδα θύμιζαν ανοιξιάτικο μήνα και μάλιστα με τα μισά να προέρχονται από χώρες εκτός ευρώ, από ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία και Ισραήλ. Εχοντας σταθεροποιηθεί την τελευταία τριετία στα 200-300 εκατ. –παλαιότερα μετά βίας ξεπερνούσαν τα 100 εκατ.– τον φετινό Ιανουάριο έπιασαν τα 473 εκατ. ευρώ, όσα περίπου συνεισέφερε ο Απρίλιος του 2025. Επίδοση ασύλληπτη για τα ιστορικά δεδομένα, τη διάρθρωση του προϊόντος και τη δομή του ελληνικού τουρισμού και φαίνεται ότι συνεχίστηκε και τον Φεβρουάριο. Εκκίνηση μοναδική σε μια χρονιά που πολλοί θεωρούσαν ότι είχαμε πιάσει ταβάνι από την προηγούμενη. Και μπορεί να επιβεβαιωθούν, λόγω των επιπτώσεων του πολέμου, με πρώτο και κυριότερο το πανάκριβο πλέον μεταφορικό κόστος.
Οι αεροπορικές εταιρείες παγκοσμίως θα πρέπει να αντιμετωπίσουν το έως και διπλάσιο κόστος των αεροπορικών καυσίμων (περίπου το 30% των εξόδων τους). Η πρώτη λύση, για όσους δεν είχαν επαρκή αντιστάθμιση κινδύνου (hedging), ήταν να περάσουν το επιπλέον κόστος στις τιμές των εισιτηρίων. Ηδη σε αυξήσεις με τριψήφια ποσοστά έχουν προχωρήσει μεγάλες αεροπορικές εταιρείες. Ειδικά το κόστος των μεγάλων ταξιδιών έχει εκτοξευθεί. Αλλά και οι μικρότερες αποστάσεις αντιμετωπίζουν προβλήματα.
Είναι σαφές ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια μεγάλη ανατροπή. Για περισσότερο από δύο δεκαετίες η Ευρώπη στηρίχτηκε σε ένα μοντέλο υπερπροσβασιμότητας, με φθηνά εισιτήρια, υψηλή συχνότητα πτήσεων και εκρηκτική αύξηση των εταιρειών χαμηλού κόστους, που διαμόρφωσαν μια κουλτούρα συνεχούς μετακίνησης. Τα city break έγιναν συνήθεια και μήνες όπως ο Ιανουάριος βρέθηκαν και αυτοί στην αιχμή της κίνησης. Αυτό δείχνει να περιορίζεται λόγω του πολέμου. Το μεγάλο οπότε στοίχημα είναι το πώς θα σωθούν οι βασικοί τουριστικοί μήνες.
Και με τη μεγαλύτερη ζήτηση να βρίσκεται μπροστά μας, στους καλοκαιρινούς μήνες, δεν υπάρχει χειρότερη περίοδος για να αυξηθεί το κόστος των διακοπών. Τώρα που λαμβάνονται οι αποφάσεις για το καλοκαίρι και με το ενεργειακό κόστος να απειλεί τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Ενα «καπέλο» 15%-20% στο τουριστικό πακέτο, που έρχεται με βεβαιότητα, μπορεί να προκαλέσει πλήρη ανακατανομή της αγοράς. Ειδικά προορισμοί όπως οι ελληνικοί που εξαρτώνται σε συντριπτικό βαθμό από το αεροπλάνο, είναι δύσκολο να μην επηρεαστούν.
Το ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό και με ποιο τρόπο. Γιατί πολλοί εκτιμούν ότι το πιθανότερο είναι να δούμε σημαντική αύξηση των αφίξεων και φέτος –όχι απαραίτητα με τον ρυθμό του Ιανουαρίου– που θα συνοδευτεί όμως από σημαντική συμπίεση των τιμών των καταλυμάτων, ώστε να εξισορροπηθεί στο τουριστικό πακέτο η αύξηση στις τιμές των πτήσεων. Χώρες όπως η Ελλάδα, διατηρούν το στρατηγικό πλεονέκτημα λόγω εγγύτητας στις αγορές της Ευρώπης, ενώ θα πρέπει να αναμένουμε κάμψη από τις μακρινές αγορές, όπου το κόστος μετακίνησης γίνεται καθοριστικός παράγοντας. Πολύ πιθανό δηλαδή να είμαστε γεμάτοι από ευρωπαϊκές αφίξεις, αλλά με τουρίστες οικονομικά «εξαντλημένους» από το αεροπορικό εισιτήριο και με μικρή δυνατότητα για επιπλέον κατανάλωση. Και αυτή μπορεί να είναι η σημαντικότερη επίπτωση του πολέμου για το σύνολο της τουριστικής μας οικονομίας.
Το πρόβλημα του αεροπορικού εισιτηρίου | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (kathimerini.gr)




