Συρράκο – Καλαρρύτες: Δύο χωριά στις δύο όχθες ενός γκρεμού

Στο Συρράκο ανεβαίνεις μέσα στο σύννεφο. Ο δρόμος από τα Γιάννενα στρίβει και ξαναστρίβει πάνω από τη χαράδρα, η ομίχλη κάθεται στις φτέρες, και κάπου στα 1.150 μέτρα η ασφάλτος τελειώνει σ’ ένα χωριό που δεν δέχεται αυτοκίνητα. Αφήνεις το δικό σου στην άκρη και μπαίνεις με τα πόδια, στα καλντερίμια. Είναι μέσα Ιουνίου και κάτω, στον κάμπο, ο υδράργυρος ξεπερνάει τα τριαντάρια. Εδώ φοράς ζακέτα το βράδυ.

Απέναντι, τόσο κοντά που τους φωνάζεις, οι Καλαρρύτες. Σε ευθεία γραμμή τα δύο χωριά απέχουν περίπου ενάμισι χιλιόμετρο. Ανάμεσά τους όμως ανοίγεται το φαράγγι του Χρούσια, και για να περάσεις οδικώς από το ένα στο άλλο διανύεις γύρω στα 25 χιλιόμετρα και σχεδόν τρία τέταρτα της ώρας. Δύο χωριά στις δύο όχθες του ίδιου γκρεμού, που κοιτάζονται αιώνες τώρα χωρίς να δίνουν τα χέρια.

Το νερό ακούγεται παντού. Τρέχει στις βρύσες, κατεβαίνει στα ρέματα, μπαινοβγαίνει κάτω από τα πέτρινα γεφύρια. Η πέτρα είναι το άλλο που μένει: αρχοντικά τριώροφα με σιδερόφραχτα παράθυρα, στέγες από σχιστόλιθο, καμάρες. Τα έχτισαν μάστοροι ντόπιοι όταν τα χωριά είχαν χρήμα, τον 18ο και τον 19ο αιώνα. Βλαχοχώρια και τα δύο, ζούσαν από τα κοπάδια, το εμπόριο, την υφαντουργία, τις περίφημες κάπες. Είχαν εμπορικούς οίκους σε ευρωπαϊκές πόλεις και έστελναν τα παιδιά τους να σπουδάσουν έξω.

Οι Καλαρρύτες, πήγαν ένα βήμα παραπέρα: έγιναν κέντρο αργυροχρυσοχοΐας, από τα μεγαλύτερα στα Βαλκάνια. Από εδώ κρατούσε η οικογένεια του Σωτήριου Βούλγαρη. Ο ίδιος γεννήθηκε στην Παραμυθιά το 1857, έμαθε την τέχνη του ασημιού στο πατρικό σινάφι, κι αργότερα βρέθηκε στη Ρώμη. Εκεί άνοιξε ένα μαγαζί που το έλεγε με το όνομά του, ιταλοποιημένο: Bulgari. Ο οίκος των διαμαντιών της Via Condotti ξεκίνησε από τούτη τη χαράδρα της Πίνδου.

Το Συρράκο πάλι έβγαλε γράμματα και πολιτική. Εδώ γεννήθηκε ο Ιωάννης Κωλέττης, ο πρώτος συνταγματικός πρωθυπουργός της Ελλάδας, γιατρός στην αυλή του Αλή Πασά πριν γίνει πολιτικός. Και εδώ, το 1868, γεννήθηκε ο Κώστας Κρυστάλλης, ο ποιητής που πέθανε στα είκοσι έξι του φυματικός κι όμως πρόλαβε να γράψει για το βουνό όσο λίγοι. Το σπίτι του στέκεται ακόμη. Δύο χωριά, δύο πρωθυπουργοί της φαντασίας: ο ένας κυβέρνησε κράτος, ο άλλος έναν στίχο.

Δέκα λεπτά με το αυτοκίνητο από τους Καλαρρύτες, προς τα Πράμαντα, η Μονή Κηπίνας. Χτισμένη μέσα στο κοίλωμα κατακόρυφου βράχου, γύρω στο 1212. Ο δρόμος φτάνει ως τη βάση του βράχου και από εκεί ένα μονοπάτι σκαλισμένο στην πέτρα και μια ξύλινη γέφυρα σε βγάζουν στην είσοδο. Κρέμεται εκεί, σχεδόν αόρατη όσο δεν την ξέρεις.

Το καλοκαίρι στα Τζουμέρκα δεν είναι το καλοκαίρι που ξέρεις. Είναι το καφενείο στην πλατεία με τα πλατάνια, η δροσιά που σε πιάνει το απόγευμα, ο ήχος του νερού που δεν σταματάει ποτέ. Φεύγεις και κάτι μένει πίσω, στην απέναντι όχθη, να σε κοιτάζει.

Φωτογραφίες: Δημήτρης Σταθόπουλος