Στις έξι το πρωί η λίμνη δεν φαίνεται ολόκληρη. Η ομίχλη κάθεται χαμηλά, σέρνεται πάνω στο νερό προς τα Καλύβια Πεζούλας, και τα βουνά των Αγράφων ξεπροβάλλουν από πάνω της κομμένα στη μέση. Μέχρι να πιω τον καφέ έχει σηκωθεί. Ο καθρέφτης μένει ακίνητος για λίγο ακόμη, πριν τον σπάσει το πρώτο καγιάκ.
Είναι μέσα Ιουνίου και στην Καρδίτσα, είκοσι χιλιόμετρα πιο κάτω στον κάμπο, ο υδράργυρος χτυπάει τριάντα πέντε. Εδώ πάνω, στα 750 μέτρα, βάζεις μακό το βράδυ. Αυτή είναι η συμφωνία που προσφέρει η λίμνη το καλοκαίρι: το νερό κρατά τη δροσιά και ο αέρας μυρίζει έλατο.
Δεν είναι φυσική λίμνη, κι αυτό το ξεχνάς εύκολα κοιτάζοντάς την. Κάτω από την επιφάνεια κοιμάται το οροπέδιο της Νεβρόπολης. Ο Νικόλαος Πλαστήρας το είχε ονειρευτεί από τη δεκαετία του ’30, το φράγμα στον Ταυρωπό, τον Μέγδοβα, όπως τον λένε. To 1959 άρχισε να γεμίζει την κοιλάδα. Ο υδροηλεκτρικός σταθμός κοντά στη Μητρόπολη μπήκε σε λειτουργία τον Οκτώβριο του 1962. Εξήντα χρόνια αργότερα, ένα μηχανικό έργο μοιάζει με τοπίο που ήταν πάντα εκεί.

Το πρωί ανήκει στο νερό. Στα Καλύβια Πεζούλας οι βάσεις δραστηριοτήτων νοικιάζουν καγιάκ και SUP, και πριν φουσκώσει ο “μελτεμάκιας” του μεσημεριού η λίμνη είναι λάδι. Κωπηλατείς προς τα ρηχά, ακούς μόνο το κουπί και κάποιο πτηνό, και βλέπεις την ακτογραμμή να σχηματίζει κολπίσκους που δεν τελειώνουν. Όποιος προτιμά τη στεριά, βάζει το ποδήλατο στον περιμετρικό. Ο γύρος της λίμνης από άσφαλτο και χωμάτινες διαδρομές είναι περίπου πενήντα χιλιόμετρα. Πολλά χιλιόμετρα για μια μέρα, ιδανικός σε τμήματα. Στα Καλύβια λειτουργεί και κέντρο ορεινής ποδηλασίας με σημαδεμένες διαδρομές.
Τα χωριά κρέμονται στις πλαγιές πάνω από το νερό, το ένα να κοιτάζει το άλλο απέναντι. Η Πεζούλα και το Νεοχώρι έχουν τις πιο ανοιχτές θέες, με τα τραπεζάκια στραμμένα στη λίμνη. Πιο ψηλά η Φυλακτή και η Καρίτσα, πέτρα και πλάτανοι, με τη βουή του νερού να φτάνει από κάποια ρεματιά. Στον Μπελοκομύτη ο δρόμος στενεύει και τα Άγραφα δεν είναι πια όνομα σε χάρτη αλλά ο τοίχος που υψώνεται πίσω από τις στέγες.

Το απόγευμα ο αέρας γυρίζει. Οι κωπηλάτες έχουν βγει, τα ποδήλατα ακουμπούν στους τοίχους των ταβερνών, και η λίμνη παίρνει το χρώμα του μολυβιού πριν χρυσίσει. Κάθεσαι κάπου ψηλά με ένα τσίπουρο, κοιτάς τη σκιά του βουνού να απλώνεται στο νερό και σκέφτεσαι ότι όλο αυτό το ήρεμο μπλε ήταν κάποτε ένας κάμπος με χωράφια και σπίτια. Δεν το κατάλαβα όσο ήμουν κάτω. Το κατάλαβα μόνο εδώ πάνω, με τη δροσιά να ανεβαίνει από το νερό την ώρα που στον κάμπο ίδρωναν ακόμη.



