Φτάνεις αργά το απόγευμα, όταν ο ήλιος χαμηλώνει πάνω από τη Θεσπρωτία και το φως πέφτει πλάγιο στο μικρό λιμάνι. Η θάλασσα εδώ δεν ανοίγεται μπροστά σου. Την κλείνουν νησάκια καταπράσινα, τόσο κοντά στη στεριά που μοιάζουν να την ακουμπούν. Ο Άγιος Νικόλαος, το Μαύρο Όρος με τον πέτρινο φάρο του και τη θαλασσινή σπηλιά, τα δύο Μουρτεμένα, μεγάλο και μικρό. Τέσσερις ακατοίκητες κουκκίδες που στήνουν έναν κόλπο σαν λίμνη.
Οι παλιοί τον τόπο τον έλεγαν Μούρτο. Το όνομα κράτησε ως το 1959, όταν επανήλθε το αρχαίο Σύβοτα. Ένα χωριό λίγων ψυχών που το καλοκαίρι φουσκώνει και ξεχειλίζει.

O κόλπος που γίνεται δικός σου
Στη Μπέλλα Βράκα, περπατάς ως την παραλία πάνω σε μια λωρίδα άμμου που χάνεται κάτω από τα πόδια σου, μια γέφυρα που έχτισε μόνη της η θάλασσα ανάμεσα στη στεριά και το νησάκι. Από τη μια μεριά ρηχά, ζεστά, ακίνητα. Από την άλλη το ανοιχτό πέλαγος. Η άμμος σε σημεία τραβάει σ’ ένα ρόδινο που δεν περιμένεις, ξεπλυμένο κοκκινόχωμα, και νομίζεις πως κάπου αλλού έχεις βρεθεί.
Πιο πέρα, στο Μαύρο Όρος, η Πίσινα. Εκεί φτάνεις μόνο με βαρκάκι, και μόλις δεις το νερό καταλαβαίνεις γιατί πήρε τέτοιο όνομα. Προς την Πέρδικα τραβάς για την Μέγα Άμμο, τη μεγαλύτερη παραλία της περιοχής και δίπλα της τη Μικρή Άμμο.
Το καλύτερο, όμως, είναι να νοικιάσεις μια βάρκα το πρωί και να γίνεις για λίγες ώρες κύριος του κόλπου. Μπαινοβγαίνεις στα νησάκια, δένεις σε μια αμμουδιά που δεν έχει όνομα, βουτάς εκεί που δεν φτάνει κανείς πεζός. Από το ίδιο λιμάνι φεύγουν και τα καραβάκια για τους Παξούς και τους Αντίπαξους, αν θελήσεις να τραβήξεις πιο ανοιχτά.

Όταν η θάλασσα ήταν πεδίο μάχης
Αυτά τα ίδια νερά κουβαλούν μια ιστορία βαριά. Το 433 π.Χ., εδώ, στα Σύβοτα, αναμετρήθηκαν ο στόλος της Κορίνθου και ο στόλος της Κέρκυρας, με τους Αθηναίους στο πλευρό των δεύτερων. Ο Θουκυδίδης την περιγράφει στο πρώτο του βιβλίο: η μεγαλύτερη ναυμαχία που είχαν δώσει ως τότε Έλληνες εναντίον Ελλήνων, κάπου τριακόσια πλοία να σκίζουν τον ίδιο κόλπο που σήμερα κολυμπάς.
Πολεμούσαν, λέει, με τον παλιό τρόπο. Όχι ελιγμοί και εμβολισμοί, αλλά γάντζωμα του ενός πλοίου στο άλλο, τα καταστρώματα γεμάτα οπλίτες, σώμα με σώμα πάνω στο ξύλο που τρανταζόταν. Τόσο που μοιάζει περισσότερο με μάχη στεριάς που έγινε στο νερό. Λίγα χρόνια αργότερα η Ελλάδα ολόκληρη έμπαινε στον Πελοποννησιακό πόλεμο, και τα Σύβοτα έμειναν ένας από τους πρώτους σπινθήρες.
Μπροστά σε τόσο γαλήνιο νερό
Στέκεσαι το βράδυ στην προκυμαία, με το νησάκι του Αγίου Νικολάου μαύρη σιλουέτα απέναντι και τον φάρο να ανοιγοκλείνει στο σκοτάδι. Το νερό δεν κάνει ρυτίδα. Δύσκολο να το χωρέσει το μυαλό, ότι κάτω από τούτη τη γαλήνη βυθίστηκαν εκατό τριήρεις και πνίγηκαν χιλιάδες. Η ιστορία εδώ δεν φωνάζει από πουθενά, δεν έχει στήλες ούτε ταμπέλες. Κάθεται σιωπηλή μέσα στο νερό, και την ακούς μόνο αν σταθείς αρκετή ώρα να την περιμένεις.




