Νυμφαίο: η νέβεσκα ξυπνά μέσα στην οξιά

Ανεβαίνεις και το φως αλλάζει. Στα χίλια τριακόσια πενήντα μέτρα, στις πλαγιές του Βιτσίου, ο αέρας έχει κάτι μεταλλικό, ψυχρό ακόμη και μέσα στο καλοκαίρι, και τα πρώτα που σε υποδέχονται είναι η μυρωδιά του καμένου ξύλου και η οξιά. Παντού οξιά. Το δάσος κλείνει πίσω σου τον δρόμο σαν να μη θέλει να φύγεις.

Νυμφαίο. Πιο παλιά Νέβεσκα, ή Νιβέστα στο στόμα των γερόντων. Το όνομα Νυμφαίο ήρθε αργά, με προεδρικό διάταγμα τον Φεβρουάριο του 1926, σαν ρούχο που το φόρεσε το χωριό χωρίς να χάσει το δέρμα του από κάτω.

Περπατάς στα καλντερίμια και η πέτρα είναι παντού: στους τοίχους, στις στέγες, στα σκαλιά που σε ανεβάζουν από αυλή σε αυλή. Εδώ έμειναν Βλάχοι, κτηνοτρόφοι και έμποροι που γύρισαν τα Βαλκάνια με το δισάκι. Γύρω στα 1630 το Νυμφαίο έγινε κέντρο αργυροχρυσοχοΐας, και για τρεις αιώνες οι μαστόροι του δούλευαν το ασήμι και ήταν ονομαστοί σε όλη τη Μακεδονία. Στα τέλη του 18ου αιώνα δέχτηκε πρόσφυγες από τη Μοσχόπολη, όταν εκείνη καιγόταν. Ύστερα ήρθε η σειρά του ίδιου του χωριού να αδειάσει: οι άνθρωποι κατέβηκαν στις πόλεις, έφυγαν για τις Σέρρες, ή για ακόμη παρακάτω, και τα αρχοντικά έμειναν άδεια.

Στέκεσαι μπροστά στο Νικείο σχολείο, του 1875, χτισμένο με χρήματα του ευεργέτη Ιωάννη Ζαν Νίκου, και σκέφτεσαι πόσα παιδιά πέρασαν από εδώ προτού σωπάσουν οι τάξεις. Σήμερα μέσα του στεγάζεται το κέντρο ενημέρωσης του Αρκτούρου.

Γιατί το Νυμφαίο δεν πέθανε. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 ξαναζωντάνεψε, με τη βοήθεια ανθρώπων σαν τον Νικόλαο Μέρτζο και την οικογένεια Μπουτάρη. Το χωριό ήταν ήδη, από το 1978, διατηρητέος παραδοσιακός οικισμός, προστατευμένο ώστε να μην πειραχτεί η όψη του. Άνοιξαν ξενώνες, μπήκαν τραπέζια στα πλακόστρωτα, και ο τόπος που έσβηνε πήρε ξανά ανάσα. Στην απογραφή του 2021 μετρήθηκαν εξήντα τρεις μόνιμοι κάτοικοι: ένας αριθμός μικρός, αλλά ζωντανός.

Λίγο έξω από το χωριό, ενάμισι χιλιόμετρο μέσα στο δάσος, είναι ο Αρκτούρος. Η οργάνωση ιδρύθηκε το 1992, ύστερα από μια συνάντηση του Γιάννη Μπουτάρη με έναν αρκουδιάρη και τη χορεύτρα αρκούδα του, και από το 1994 λειτουργεί εκεί το μοναδικό καταφύγιο καφέ αρκούδας της Ελλάδας. Σε μια περίφραξη μέσα στην οξιά, στα ίδια χίλια τριακόσια πενήντα μέτρα, ζουν ζώα που γλίτωσαν από την αιχμαλωσία. Δεν τα βλέπεις πάντα. Συχνά μένουν κρυμμένα στο πράσινο, και αυτό είναι το νόημα.

Το απόγευμα η ομίχλη κατεβαίνει αργά από το Βίτσι και τυλίγει τις στέγες. Ακούς το νερό, ακούς τον άνεμο στις φυλλωσιές, μετά τίποτα. Η σιωπή εδώ δεν είναι άδεια, είναι γεμάτη με όσα έφυγαν και όσα γύρισαν. Ένα χωριό που έμαθε να επιβιώνει με το ασήμι, ύστερα να αδειάζει, ύστερα να ξαναγεννιέται. Η πέτρα κρατά καλύτερα τον χρόνο από εμάς. Κάθεσαι, αφήνεις το κρύο φως να πέσει στους ώμους σου, και καταλαβαίνεις ότι ο τόπος δεν σε περιμένει. Απλώς αντέχει.

Φωτογραφίες: visitgreece.gr