Φτάνεις από την Καλαμπάκα και σε λίγα λεπτά ο ουρανός στενεύει. Οι βράχοι κλείνουν γύρω από το Καστράκι σαν τείχος, γκρίζοι το πρωί, χάλκινοι το απόγευμα, μαύροι πριν τη βροχή. Το χωριό είναι σφηνωμένο στη βάση τους, στα 280 περίπου μέτρα, με τα κεραμίδια του να σκαρφαλώνουν όσο τους επιτρέπει η πέτρα.
Οι κάτοικοι δεν τους λένε βουνά. Τους λένε βράχους, σκέτο, με την οικειότητα ανθρώπων που ζουν από κάτω τους μια ζωή. Είναι κροκαλοπαγείς, χωμένη άμμος και βότσαλα δέλτα που έδεσαν σε πέτρα και μετά τα σήκωσαν σεισμοί, τα έγλυψαν νερό και άνεμος. Οι γεωλόγοι μιλούν για δεκάδες εκατομμύρια χρόνια. Στέκεσαι στην πλατεία, γέρνεις το κεφάλι πίσω και το νούμερο χάνει το νόημά του.
Το όνομα το χρωστάει σε ένα κάστρο που δεν υπάρχει πια, λίγα ερείπια μόνο. Το χωριό όπως το βλέπουμε γεννήθηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όταν Ηπειρώτες κατέφυγαν εδώ για να ξεφύγουν από τον Αλή Πασά και συνένωσαν μικρούς οικισμούς στη σκιά της πέτρας.

Πάνω από το χωριό, στις κορυφές, στέκουν τα μοναστήρια. Οι πρώτοι ερημίτες ανέβηκαν στους βράχους από τον 11ο αιώνα, μόνοι, σε σχισμές και σπηλιές, ζητώντας κάτι που δεν βρίσκεται κάτω. Τα λέγανε στύλους του ουρανού. Η πρώτη οργανωμένη κοινότητα, η Σκήτη της Δούπιανης, στήθηκε ακριβώς εδώ, στο σημερινό Καστράκι, και ο ναΐσκος της Παναγίας της Δούπιανης σώζεται στην άκρη του χωριού. Από τα εικοσιτέσσερα μοναστήρια που χτίστηκαν αργότερα λειτουργούν σήμερα έξι. Το 1988 η UNESCO ενέγραψε τα Μετέωρα ως μεικτό μνημείο, φύσης και πολιτισμού μαζί, μια σπάνια διπλή αναγνώριση.
Οι μοναχοί ανέβαιναν με δίχτυα και ανεμόσκαλες. Τον Αύγουστο του 1975 ο Γερμανός Dietrich Hasse με τον Sepp Eichinger άνοιξαν τις πρώτες τέσσερις σύγχρονες διαδρομές, την επόμενη χρονιά ήρθε ο φωτογράφος και ορειβάτης Heinz Lothar Stutte, κι έτσι το Καστράκι μπήκε στους χάρτες των αναρριχητών. Ο πρώτος οδηγός, το 1977, κατέγραφε ογδόντα τρεις διαδρομές. Σήμερα οι πύργοι γύρω μετρούν εκατοντάδες. Το Πιξάρι, η Σουρλωτή, το Άγιο Πνεύμα ορθώνονται πάνω από τα σπίτια, και τα καλοκαιρινά πρωινά βλέπεις μικρές φιγούρες κολλημένες στην κάθετη πέτρα, εκεί που άλλοτε μόναζαν ασκητές.

Το χωριό κρατάει κι ένα δικό του έθιμο, τον Άι-Γιώργη τον Μανδηλά. Κάθε 23 Απριλίου, στη γιορτή του αγίου, αναρριχητές σκαρφαλώνουν στο απόκρημνο, μισογκρεμισμένο εκκλησάκι πάνω από το Καστράκι και κρεμούν μαντήλια στον βράχο. Λένε πως ξεκίνησε από το τάμα μιας μουσουλμάνας, όταν ο άντρας της συνήλθε από βαριά αρρώστια. Ο κόσμος αφήνει το δικό του μαντήλι και παίρνει ένα από τα περσινά που κατεβάζουν οι ορειβάτες. Ένα τάμα που περνάει από γενιά σε γενιά, με σκοινιά.

Κάτω, στα χωράφια, γυρίζει το αμπέλι. Η ευρύτερη περιοχή έχει παλιά παράδοση στο κρασί, κόκκινο κυρίως, και σήμερα η ΠΓΕ Μετέωρα βγάζει κρασιά από Ροδίτη, Μαλαγουζιά, Ασύρτικο και τη θεσσαλική Λημνιώνα, σε αμπελώνες που κοιτούν ψηλά τους βράχους.
Το βράδυ το χωριό ησυχάζει νωρίς. Στην πλατεία μένουν λίγα φώτα κι από πάνω η μάζα της πέτρας, πιο σκοτεινή κι από τον ουρανό. Φεύγοντας το πρωί, στον δρόμο για την Καλαμπάκα, τους κοιτάς ακόμα μια φορά στον καθρέφτη. Οι άνθρωποι εδώ έμαθαν να ζουν έτσι, με κάτι τεράστιο και ακίνητο να τους σκεπάζει.
Φωτογραφίες: dimosmeteoron.com




