Ο δρόμος στενεύει καθώς κατεβαίνεις τη Μέσα Μάνη, και κάποια στιγμή τα δέντρα σταματούν. Μένει η πέτρα. Πύργοι όρθιοι πάνω σε ξερά βουνά, φραγκοσυκιές, η θάλασσα δυο χρώματα ταυτόχρονα, μολύβι και τιρκουάζ. Εδώ κάτω η γη δεν φιλοξενεί, αντέχει.
Η Βάθεια σε σταματάει από μακριά. Ένα χωριό ολόκληρο σκαρφαλωμένο σε λόφο, δεκάδες πυργόσπιτα κολλητά το ένα στο άλλο, τα περισσότερα άδεια. Πρωτοαναφέρεται το 1571, από βενετική αποστολή, ως casale di Vathia. Οι πύργοι δεν χτίστηκαν για την ομορφιά. Χτίστηκαν για τον πόλεμο, τον εσωτερικό, τον μεταξύ οικογενειών. Στη Μάνη η βεντέτα δεν ήταν μεταφορά. Οι φατρίες κλείνονταν στους πύργους, σήκωναν καθ’ ύψος τους ορόφους για να ρίχνουν πιο ψηλά από τον γείτονα, και σκότωναν ώσπου η μια πλευρά να ξεκληριστεί ή να φύγει. Η ανακωχή, η “τρέβα”, ερχόταν μόνο όταν ζύγωνε ο κοινός εχθρός. Σήμερα το χωριό ανήκει, λένε, σε λίγες μανιάτικες οικογένειες. Στέκεσαι στη σιωπή του και ακούς μόνο αέρα.

Παρακάτω, ο Γερολιμένας. Ένα λιμανάκι σε κόλπο κλειστό, νερά ρηχά και καθαρά, πυργόσπιτα που καθρεφτίζονται. Νεότερο απ’ όσο δείχνει: το έφτιαξε γύρω στο 1870 ένας έμπορος, ως πέρασμα για τα εμπορεύματα που έβγαιναν από τη Μάνη προς τη Δύση. Λένε πως από δω έφευγαν ορτύκια για τη Γαλλία. Μέχρι τη δεκαετία του 1970 έφτανες κυρίως με καΐκι. Τώρα έχει λίγες ταβέρνες στο κύμα και το φως που πέφτει το απόγευμα κάθετο στην πέτρα.
Μετά, ο δρόμος τελειώνει. Αφήνεις το αυτοκίνητο στην Κοκκιναγιά, στα ερείπια του αρχαίου Ταινάρου, και συνεχίζεις με τα πόδια. Δυο χιλιόμετρα μονοπάτι πάνω από τη θάλασσα, μισή ώρα. Στη διαδρομή, ένα ρωμαϊκό ψηφιδωτό δάπεδο ακόμα στη θέση του, τα λουτρά, το εκκλησάκι των Αγίων Ασωμάτων χτισμένο με αρχαίες πέτρες πάνω στο ιερό. Και κάπου εδώ, μέσα σε μια σπηλιά, οι αρχαίοι τοποθετούσαν την Πύλη του Άδη. Από αυτό το στόμιο, λέει ο θρύλος, ο Ηρακλής κατέβηκε να ανεβάσει τον Κέρβερο, τον σκύλο του κάτω κόσμου. Δίπλα λειτουργούσε νεκρομαντείο, ιερό του Ποσειδώνα Ταιναρίου, όπου ρωτούσαν τους νεκρούς.

Στην άκρη, ο φάρος. Δεκαέξι μέτρα πέτρα, στημένος στα τέλη του 19ου αιώνα, να σημαδεύει το νοτιότερο σημείο της ηπειρωτικής Ελλάδας. Δεύτερο νοτιότερο όλης της ηπειρωτικής Ευρώπης, μετά την Ταρίφα της Ισπανίας. Πιο κάτω δεν έχει τίποτα, μόνο ανοιχτό πέλαγος ως την Αφρική.
Και το πέλαγος αυτό έχει μνήμη. Τον Μάρτιο του 1941, στα ανοιχτά του Ταινάρου, ο βρετανικός στόλος του ναυάρχου Κάνιγχαμ βρήκε τον ιταλικό. Τρία ιταλικά καταδρομικά και δύο αντιτορπιλικά στον βυθό, πάνω από δύο χιλιάδες τριακόσιοι ναύτες χαμένοι. Το τελευταίο μεγάλο χτύπημα του ιταλικού πολεμικού ναυτικού.

Κάθεσαι στην πέτρα κάτω από τον φάρο και ο αέρας δεν σταματάει ούτε στιγμή. Πίσω σου η στεριά που όλο στενεύει, μπροστά το κενό. Οι αρχαίοι το είχαν καταλάβει γιατί εδώ έβαλαν την πόρτα προς τα κάτω. Δεν χρειάζεται μύθο για να το νιώσεις. Σηκώνεσαι, γυρνάς, και ξεκινάς πάλι το μονοπάτι προς τα πάνω, προς τους ζωντανούς.

Πηγή: discovergreece.com




