Kαρύταινα, το πέτρινο κάστρο πάνω από τον Aλφειό

Ερχόμενος από τη Μεγαλόπολη, βλέπεις πρώτα τον βράχο. Ήταν απόγευμα όταν ανέβηκα, κι εκείνη την ώρα η πέτρα παίρνει ένα χρώμα που δεν ξέρεις πώς να το πεις, κάτι ανάμεσα σε μελί και σταχτί. Από κάτω, περνάει ο Αλφειός, ψηλά στέκει το κάστρο, και τα σπίτια στο μεταξύ είναι κολλημένα στην πλαγιά τόσο απότομα που λες κάποιος τα κράτησε με το χέρι πριν κατρακυλήσουν.

Με τα πόδια, αλλιώς δεν γίνεται

Παρκάρεις εκεί που τελειώνει ο δρόμος και από κει με τα πόδια. Τα καλντερίμια δεν παίρνουν αμάξι. Στενά, ανηφορικά, στρίβουν πίσω από καμάρες και σε βγάζουν πότε σε μια αυλή, πότε σε αδιέξοδο. Ακούς τα βήματά σου. Μόνιμοι κάτοικοι έχουν μείνει καμιά τριανταριά, λιγότεροι τον χειμώνα. Τους συναντάς όλους μέσα σε ένα απόγευμα.

Ο βαρόνος και το κάστρο

Το κάστρο είναι δουλειά των Φράγκων, μέσα 13ου αιώνα. Το έχτισε ο Γοδεφρείδος ντε Μπριέλ, δεύτερος βαρόνος της Καρύταινας. Ο πατέρας του, ο Ούγος, είχε πάρει τούτα τα μέρη στη μοιρασιά του Μοριά μετά το 1209, όταν η Καρύταινα ήταν μια από τις δώδεκα βαρωνίες του Πριγκιπάτου της Αχαΐας. Ο Γοδεφρείδος δεν ήταν όποιος κι όποιος: το Χρονικόν του Μορέως τον έχει από τους πρωταγωνιστές, τον καλύτερο ιππότη του Πριγκιπάτου κατά τους συγχρόνους του. Ανεβαίνεις στα τείχη και το πιάνεις αμέσως γιατί διάλεξαν αυτόν τον βράχο: ο Αλφειός από κει ψηλά γίνεται μια κλωστή, τα βουνά της Γορτυνίας σε κλείνουν από παντού. Δεν σου ξέφευγε τίποτα.

Το Τολέδο της Ελλάδας

Ο Καζαντζάκης, που πέρασε από δω για το «Ταξιδεύοντας: Μοριάς», την είπε «το Τολέδο της Ελλάδας». Το ξέρουν όλοι, το λένε στα καφενεία, το ‘χουν και στις πινακίδες. Μετά ήρθε η δική μας ιστορία. Το 1826 ο Κολοκοτρώνης ξαναφτιάχνει την οχύρωση και στήνει εδώ ορμητήριο κόντρα στον Ιμπραήμ, βάζοντας μέσα τις γυναίκες και τα παιδιά. Έμεινε δεμένος με αυτό τον βράχο τόσο, που στο τελευταίο πεντοχίλιαρο της δραχμής, αυτό που είχαμε στην τσέπη πριν έρθει το ευρώ, ήταν ο ίδιος από τη μία όψη κι η Καρύταινα με το γεφύρι του Αλφειού από την άλλη.

Το γεφύρι με το εκκλησάκι

Το γεφύρι το βλέπεις αν κατέβεις ως το ποτάμι. Φράγκικο κι αυτό, μα το ξανάφτιαξε γύρω στο 1440 ένας βυζαντινός άρχοντας, ο Ραούλ Μανουήλ Μελίκης.Πεντάτοξο ήταν κάποτε, σήμερα του έχουν απομείνει τρία. Στη μέση κάθεται ένα εκκλησάκι της Παναγίας, μισό γεφύρι και μισό ναός, να κοιτάζει το νερό να τρέχει από κάτω αιώνες τώρα. Έκατσα λίγο στην άκρη χωρίς να πω τίποτα, κι ας μην είμαι από αυτούς που τους πιάνει εύκολα κάτι τέτοιο.

Πίσω στο χωριό

Στο χωριό πάλι, οι εκκλησίες: Ζωοδόχος Πηγή, Παναγία, ο Άγιος Νικόλαος με τις τοιχογραφίες. Μπαίνεις από χαμηλές πόρτες και σε χτυπάει η δροσιά, μέσα στο καλοκαίρι. Στην πλατεία το καφενείο δουλεύει ακόμα.

Παραδίπλα ανοίγει το φαράγγι του Λούσιου, με τα μοναστήρια χωμένα στον βράχο. Φεύγοντας, γύρισα να την ξανακοιτάξω από τον δρόμο, από κει που την είχα πρωτοδεί. Το φως είχε πέσει κι άλλο. Το κάστρο μαύριζε στην κορυφή.

Φωτό: https://visitpeloponnese.com