Πρώτα έρχεται το φως. Πέφτει λοξό πάνω στις σχιστολιθικές πλαγιές, στα χαμηλόσπιτα που χτίστηκαν επίτηδες μακριά από τη θάλασσα, εκεί που το μάτι του πειρατή δεν έφτανε. Φτάνεις στην Ικαρία και το πρώτο που σου ξεφεύγει είναι ο χρόνος. Τον αφήνεις στο λιμάνι.
Το νησί πήρε τ’ όνομά του απ’ τον Ίκαρο, που έλιωσαν τα κέρινα φτερά του κι έπεσε στο πέλαγος εδώ γύρω, στο Ικάριο. Έτσι λέει ο μύθος. Οι γλωσσολόγοι ψιθυρίζουν κάτι άλλο: πως το όνομα ίσως κρατάει απ’ τη φοινικική λέξη για το ψάρι, κι ότι ο μύθος κούμπωσε αργότερα πάνω του, από συνήχηση. Όπως και να ‘χει, η πτώση έμεινε. Κι έμεινε και κάτι πιο βαθύ: η αίσθηση πως εδώ ο άνθρωπος δεν κυνηγάει τίποτα.

Ανεβαίνεις στις Ράχες. Στον Χριστό, το κεφαλοχώρι, τα μαγαζιά ανοίγουν όταν δύει ο ήλιος. Τον χειμώνα κατά τις έξι, μεσοκαλόκαιρα όχι πριν τις οκτώ. Στις εφτά το απόγευμα η πλατεία είναι έρημη. Στις δύο τη νύχτα γεμίζει. Αγοράζεις ρύζι, ζάχαρη, χαρτί υγείας στις τρεις τα ξημερώματα, σαν να μην τρέχει τίποτα. Κι όντως δεν τρέχει. Η συνήθεια κρατάει από τα χρόνια της πειρατείας, όταν οι Ικαριώτες ζούσαν κρυμμένοι, κινούνταν στο σκοτάδι για να μη φανούν απ’ το πέλαγος.
Αυτή η κόντρα με το ρολόι δεν είναι γραφικότητα. Η Ικαρία είναι μία από τις πέντε «μπλε ζώνες» του πλανήτη, οι τόποι όπου οι άνθρωποι ζουν αφύσικα πολύ. Ένας στους τρεις φτάνει τα ενενήντα, χωρίς τις χρόνιες αρρώστιες που μας έμαθαν να θεωρούμε αναπόφευκτες. Οι μελετητές μιλούν για τη διατροφή, το κρασί, τον αργό βηματισμό, την παρέα που δεν λείπει ποτέ. Εγώ θα πρόσθετα το πείσμα να μην υπακούς στο ωράριο.
Κατεβαίνεις προς τα βόρεια, στον Αρμενιστή, ψαροχώρι σκαρφαλωμένο πάνω σε πευκόφυτη ακτή. Πιο πέρα ο Νας, εκεί που ο ποταμός Χάλαρης σμίγει με το κύμα. Στην εκβολή του στεκόταν τον έκτο αιώνα π.Χ. ο ναός της Αρτέμιδος Ταυροπόλου, λιμάνι και ιερό μαζί, το πρώτο ή το τελευταίο αραξοβόλι για τους προσκυνητές που πήγαιναν στη Δήλο. Σήμερα μένουν θεμέλια στο χορτάρι κι ένα νερό αλμυρό-γλυκό.

Πιο μέσα, στη ραχοκοκαλιά του Άθερα, που οι αρχαίοι έλεγαν Πράμνο, απλώνεται το δάσος της Ράντης. Αριές, αειθαλείς βελανιδιές που κρατούν από το Μειόκαινο, δέντρα διακοσίων χρόνων και βάλε. Περπατάς από κάτω και το φως σπάει σε κομμάτια. Από αυτόν τον ίδιο βράχο βγήκε ο πράμνειος οίνος, το σκληρό, στυφό κρασί που τραγουδάει ο Όμηρος, μήτε γλυκό μήτε απαλό.
Στη Θέρμα τα ιαματικά νερά βγαίνουν καυτά απ’ τη γη, ως και πάνω από πενήντα βαθμούς, με την πιο πυκνή συγκέντρωση ραδονίου στην Ελλάδα. Μπαίνεις στο νερό και νιώθεις το νησί να σε κρατάει.

Και τον Δεκαπενταύγουστο, στη Λαγκάδα, το μεγαλύτερο πανηγύρι του Αιγαίου. Ο κύκλος του ικαριώτικου ανοίγει και τυλίγεται μέσα του ώσπου να μην ξέρεις πού αρχίζει και πού τελειώνει. Το φαγητό το μαγειρεύει όλο το χωριό, και τα έσοδα πάνε στο σχολειό, στην εκκλησία, στον δρόμο. Έτσι χτίστηκαν εδώ γέφυρες και υδραγωγεία που το κράτος ξέχασε.
Φεύγεις και κάτι σου μένει. Όχι μια σοφία. Μια άρνηση. Το νησί δεν σου μαθαίνει να ζεις πολύ. Σου θυμίζει απλώς πως το ρολόι το κουρδίσαμε εμείς, και πως μπορεί να μη φταίει ο ήλιος.
Φωτογραφίες: discovergreece.com




