Φτάσαμε στο Καρπενήσι αργά, με το φως να πέφτει πλάγιο στους πρόποδες του Βελουχίου, και το πρώτο πράγμα που κατάλαβε το σώμα, πριν το μυαλό, ήταν το ύψος. Χίλια μέτρα σχεδόν πάνω από τη θάλασσα, στην καρδιά του καλοκαιριού, η πρωτεύουσα της Ευρυτανίας κρατάει τον τίτλο της ψηλότερης έδρας ελληνικής περιφερειακής ενότητας, και το ξέρεις από τον αέρα: κοφτερός, καθαρός, με μια υγρασία ελάτου μέσα του. Την αποκαλούν «Ελβετία της Ελλάδας». Η ετικέτα κουράζει, αλλά η γεωγραφία δεν φταίει γι’ αυτήν. Από πάνω, ο Τυμφρηστός, το Βελούχι για τους ντόπιους, στα 2.315 μέτρα, με το χιονοδρομικό στις πλαγιές του.

Την επόμενη μέρα κατεβήκαμε νότια, στην κοιλάδα του Καρπενησιώτη, εκεί όπου το ποτάμι κόβει τα χωριά της Ποταμιάς σε Μεγάλο και Μικρό. Το Μεγάλο Χωριό σε υποδέχεται όρθιο, πέτρινο, με πλατάνια. Το Μικρό είναι μια πληγή που δεν έκλεισε ποτέ. Τη νύχτα της 13ης Ιανουαρίου 1963, ύστερα από μέρες βροχής και χιονιού, η πλαγιά ξεκόλλησε και ήρθε πάνω στους κοιμισμένους. Δεκατρείς νεκροί. Το χωριό ξαναχτίστηκε δυο χιλιόμετρα πιο κάτω, καινούριο, ζωντανό, ενώ το παλιό στέκει ακόμα εκεί, μισοθαμμένο, ένα μνημείο του τι μπορεί να κάνει το βουνό όταν το ξεχνάς.

Ο Προυσός ήρθε το μεσημέρι, μετά από στροφές που σε αρρωσταίνουν λίγο. Η μονή είναι σφηνωμένη μέσα στον βράχο, τόσο κοντά στην κατακόρυφη πλαγιά που η πέτρα γίνεται τοίχος του καθολικού. Εδώ φυλάσσεται η εικόνα της Παναγίας της Προυσιώτισσας. Η παράδοση τη θέλει να έφτασε από την Προύσα της Μικράς Ασίας τον 9ο αιώνα, φυγαδεμένη επί εικονομαχίας, όταν ο αυτοκράτορας Θεόφιλος κυνηγούσε τις εικόνες. Η ίδια η μονή, χτισμένη στον γκρεμό, είναι νεότερη. Στο σκευοφυλάκιο κρατούν όπλα του Καραϊσκάκη, που είχε εδώ το στρατηγείο του και χάρισε στην εικόνα το ασημένιο της κάλυμμα.
Οι Κορυσχάδες ήταν η στάση που δεν περίμενα να με αγγίξει έτσι. Ένα χωριό σαν τα άλλα, ώσπου μπαίνεις στο παλιό σχολείο. Εκεί, από τις 14 ως τις 27 Μαΐου του 1944, μέσα στην Κατοχή, συνεδρίασε το Εθνικό Συμβούλιο της ΠΕΕΑ, της «Κυβέρνησης του Βουνού». Διακόσιοι εκλεγμένοι σύνεδροι, κάτω από τη μύτη των Γερμανών, ψήφισαν πράγματα που ακούγονται σχεδόν αφελή στην ένταση της αθωότητάς τους: όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό. Το κτίριο είναι σήμερα μουσείο. Τα θρανία μυρίζουν κρύο ξύλο.
Το τελευταίο πρωί το κρατήσαμε για το «Πάντα Βρέχει», μία διαδρομή που μπορείς να την κάνεις μόνο το καλοκαίρι. Το όνομα δεν είναι ποίηση, είναι περιγραφή. Στο στενότερο σημείο του Κρικελοπόταμου, νερά κατεβαίνουν από τα ύψη της Καλιακούδας και, από το πολύ ύψος, δεν πέφτουν, σκορπίζουν. Στέκεσαι από κάτω και σε ραντίζει μια βροχή που δεν έχει σύννεφο. Λίγο πιο πέρα, μισή ώρα με τα πόδια, η Μαύρη Σπηλιά, καταφύγιο των ντόπιων στα χρόνια της τουρκοκρατίας.
Γυρίζοντας, σκεφτόμουν πως η Ευρυτανία δεν σε αφήνει να ξεχάσεις τίποτα. Το βουνό εδώ θυμάται. Πότε σε κρύβει, πότε σε καταπίνει, και πάντα σε βρέχει.
Φωτογραφίες: discovergreece.com




