Ο δρόμος από τα Χανιά κατεβαίνει, στρίβει, ξανακατεβαίνει, και κάπου μετά τον Ίμβρο σε αφήνει απότομα πάνω από το Λιβυκό. Η θάλασσα εκεί κάτω δεν είναι γαλάζια, είναι μεταλλική το μεσημέρι, ένα σφυρήλατο πράγμα που αντανακλά τον ήλιο μέχρι να πονέσουν τα μάτια. Φτάσαμε στη Χώρα Σφακίων γύρω στις δύο, με τη ζέστη να στέκεται ακίνητη ανάμεσα στα ασβεστωμένα σπίτια και τα καΐκια δεμένα στο μόλο. Απ’ αυτό το λιμανάκι φεύγουν όλα: το πλοίο για το Λουτρό, για την Αγία Ρουμέλη, για τη Γαύδο. Χωρίς αυτά τα δρομολόγια, μισή νότια Κρήτη μένει αποκομμένη.
Τα Σφακιά κάθονται κάτω από τα Λευκά Όρη, δύσβατα και περήφανα, ένας τόπος που η ιστορία τον κατατάσσει δίπλα στη Μάνη και στο Σούλι. Εδώ ο Ιωάννης Βλάχος, ο Δασκαλογιάννης, σήκωσε το 1770 την πρώτη κρητική επανάσταση περιμένοντας βοήθεια απ’ τους Ρώσους που δεν ήρθε ποτέ.
Προς το Λουτρό
Μπήκαμε στο καΐκι για το Λουτρό. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος: το χωριό δεν έχει δρόμο, δεν έχει αυτοκίνητα, φτάνεις μόνο από θάλασσα ή περπατώντας δυο ώρες στο μονοπάτι. Εμφανίζεται ξαφνικά στη στροφή, μια γραμμή άσπρα σπίτια πάνω σε βότσαλο, χωμένη σε έναν κόλπο που κόβει τον άνεμο. Καμία μηχανή. Μόνο τα κουδούνια από τα γίδια ψηλά στην πλαγιά και το νερό που χτυπάει στις βάρκες.

Λίγο ανατολικά, στα Γλυκά Νερά, η παραλία πήρε το όνομά της απ’ τις πηγές που αναβλύζουν μέσα στα βότσαλα και μέσα στη θάλασσα. Σκάβεις με το χέρι ανάμεσα στις πέτρες και βρίσκεις πόσιμο νερό, παγωμένο, εκεί που τελειώνει το αλμυρό. Τα νερά έχουν ένα πράσινο διαυγές, κρύα από τις πηγές, και φτάνεις κι εδώ σχεδόν μόνο με βαρκάκι.
Την επόμενη μέρα ανεβήκαμε προς την Ανώπολη και το φαράγγι της Αράδαινας. Η μεταλλική γέφυρα κρέμεται εκατόν τριάντα οκτώ μέτρα πάνω από τον γκρεμό, η δεύτερη πιο ψηλή της Ευρώπης, στημένη το 1986 από την οικογένεια Βαρδινογιάννη που κατάγεται από εδώ. Κάθε καλοκαίρι πηδάνε από πάνω με σκοινί. Εμείς κοιτάξαμε κάτω τον βράχο να χάνεται και δεν είπαμε τίποτα.

Ανατολικότερα, στην πεδιάδα του Φραγκόκαστελλου, στέκει το ενετικό κάστρο που χτίστηκε ανάμεσα στο 1371 και το 1374, με το επίσημο όνομα Άγιος Νικήτας. Εδώ, τον Μάιο του 1828, ο Ηπειρώτης Χατζημιχάλης Νταλιάνης έπεσε με τους άντρες του πολιορκημένος από τους Τούρκους. Λένε πως στα τέλη Μαΐου, τις πρώτες ώρες της αυγής, εμφανίζονται στον κάμπο σκιές που κινούνται αργά προς τη θάλασσα: οι Δροσουλίτες, στρατός με άλογα και όπλα. Αντικατοπτρισμός, λέει η επιστήμη. Ψυχές άταφες, λέει ο τόπος. Δεν τους είδαμε, ήταν λάθος εποχή, αλλά ο κάμπος στο σούρουπο είχε κάτι που σε κάνει να μη γελάς με τον θρύλο.
Το βράδυ γυρίσαμε στη Χώρα με το τελευταίο καΐκι από την Αγία Ρουμέλη, εκεί όπου βγαίνει το φαράγγι της Σαμαριάς στο κύμα. Οι πεζοπόροι κατέβαιναν σκονισμένοι, δεκαέξι χιλιόμετρα στα πόδια τους.

Φωτογραφίες: discovergreece.com




