Παλαιός Παντελεήμονας: Το χωριό-φάντασμα του Ολύμπου που ξαναγέμισε φωνές

Ανεβαίνεις και σε κάποια στροφή η θάλασσα ανοίγει από κάτω, όλος ο Θερμαϊκός, και το πλακόστρωτο σε παραλαμβάνει δροσερό ακόμα και τον Ιούλιο. Παλαιός Παντελεήμονας. Στις ανατολικές παρυφές του Κάτω Ολύμπου, γύρω στα πεντακόσια μέτρα, με το Αιγαίο μόλις τέσσερα χιλιόμετρα πιο κάτω, τόσο κοντά που ακούγεται σαν υπόσχεση.

Το χωριό είναι πέτρα. Πέτρα του Ολύμπου, μαζεμένη και δουλεμένη από μαστόρους που ήξεραν, μακεδονίτικη αρχιτεκτονική στα καλύτερά της, σοκάκια που στριφογυρίζουν και σε βγάζουν πάντα κάπου με θέα. Αυτοκίνητο δεν μπαίνει. Το αφήνεις έξω και μπαίνεις με τα πόδια.

Και όμως, για τριάντα χρόνια εδώ δεν έμενε κανείς. Από τη δεκαετία του ’50 οι κάτοικοι κατέβηκαν προς τη θάλασσα. Οι κατολισθήσεις στην πλαγιά, η δύσκολη ζωή του βουνού, ο χειμώνας που έκλεινε τα σπίτια, τους έσπρωξαν να χτίσουν τον Νέο Παντελεήμονα, εκεί κοντά στο κύμα και στον δρόμο. Ο παλιός έμεινε πίσω, άδειος, με τα παντζούρια κλειστά και το χορτάρι στα κατώφλια. Ένα χωριό-φάντασμα με την καλύτερη θέα της Πιερίας.

Το 1978 κηρύχθηκε διατηρητέος. Αυτό ήταν και η αρχή της επιστροφής. Από τη δεκαετία του ’80 και μετά τα ερειπωμένα σπίτια άρχισαν να ξαναχτίζονται, με σεβασμό στο παλιό, την ίδια πέτρα, τις ίδιες αναλογίες. Άνοιξαν καφενεία στην πλατεία, ήρθαν επισκέπτες, γέμισε πάλι ο τόπος φωνές. Δεν είναι πολλά τα χωριά που τα εγκαταλείπεις κι επιστρέφουν. Αυτό επέστρεψε.

Στην κεντρική πλατεία, κάτω από τα πλατάνια, στέκει ο ναός του Αγίου Παντελεήμονα, χτισμένος το 1914 στη θέση παλιότερου. Γύρω του η ζωή του χωριού μαζεύεται όπως πάντα μαζευόταν, στα τραπέζια, στα σκαλοπάτια, στη σκιά. Ψηλότερα, ένα ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία κρατάει το βουνό.

Από εδώ πάνω βλέπεις και το κάστρο. Το Κάστρο του Πλαταμώνα, κάτω δεξιά, φρουρός στη διάβαση από αιώνες. Το έχτισαν οι Φράγκοι ανάμεσα στο 1204 και το 1222, πάνω σε βυζαντινή οχύρωση που το όνομά της γράφτηκε ήδη το 1198 σε αυτοκρατορικό χρυσόβουλο, και ακόμα πιο πίσω, στη θέση της αρχαίας Ηράκλειας, της «πρώτης πόλεως Μακεδονίας». Ο οκτάγωνος πύργος του, δεκαέξι μέτρα, φυλάει το πέρασμα προς τα Τέμπη, τον δρόμο που ένωνε τη Μακεδονία με τη Θεσσαλία και τον Νότο. Όποιος κρατούσε αυτό το στενό, κρατούσε το κλειδί.

Ίσως γι’ αυτό ο Αγγελόπουλος διάλεξε εδώ να γυρίσει σκηνές του «Μεγαλέξανδρου» το 1980. Το φως, η πέτρα, το βουνό που πέφτει στο πέλαγος, όλα μοιάζουν σκηνικό που περίμενε κάμερα. Στέκομαι στην άκρη του χωριού το απόγευμα και το καταλαβαίνω. Ο ήλιος γέρνει πίσω από τον Όλυμπο, η θάλασσα από κάτω παίρνει το μολυβί της, και ο Παλαιός Παντελεήμονας κάθεται εκεί ψηλά, ανάμεσα στο βουνό των θεών και στο κύμα, χωρίς να ανήκει εντελώς σε κανένα από τα δύο.

Φεύγοντας, στην πρώτη στροφή προς τα κάτω, γυρίζω και τον κοιτάζω μια φορά ακόμα. Ένα πυκνό μάτσο πέτρα και κεραμίδι κρεμασμένο στην πλαγιά, με τα φώτα του να ανάβουν ένα-ένα. Ένα χωριό που το άφησαν κι εκείνο περίμενε.

Φωτογραφίες: travel.gr