Φτάνεις με το πλοίο, κι ακόμα δεν έχεις καταλάβει τίποτα. Ένα μικρό λιμάνι, λίγα σπίτια, μια αμμουδιά που ακουμπάει σχεδόν στην προβλήτα. Το νησί το κρατάει κρυφό το καλύτερό του ψηλά, εκεί που ο δρόμος ανηφορίζει και σε αφήνει στη Χώρα.
Και τότε το καταλαβαίνεις. Η Χώρα κάθεται στην κόψη ενός γκρεμού, κάπου διακόσια μέτρα πάνω από τη θάλασσα, και το κενό απλώνεται μπροστά σου χωρίς προειδοποίηση. Περπατάς σε πλατείες άσπρους τοίχους, κάθεσαι σε ένα τραπεζάκι, πίνεις τη ρακή σου, και δυο βήματα παραπέρα το έδαφος τελειώνει.

Στο Κάστρο, χτισμένο για τους πειρατές
Στην άκρη του οικισμού μπαίνεις στο Κάστρο. Είναι ο μεσαιωνικός πυρήνας της Χώρας, χτισμένος από τους Ενετούς επί Μάρκου Σανούδου στις αρχές του 13ου αιώνα, λίγα χρόνια μετά την Τέταρτη Σταυροφορία. Τα σπίτια εδώ κολλάνε το ένα στο άλλο και οι εξωτερικοί τους τοίχοι γίνονται τείχος. Μια πύλη, μια μόνο είσοδος, κι από μέσα ένας λαβύρινθος με ξύλινα μπαλκόνια και σκάλες. Το έφτιαξαν έτσι για τους πειρατές. Στέκει σχεδόν άθικτο ακόμα, και το περπατάς σιωπηλά χωρίς να το θέλεις.

Πάνω απ’ όλα, η Παναγία
Στην κορυφή του βράχου, η Παναγία. Ανεβαίνεις το ζιγκ-ζαγκ μονοπάτι, ένα τέταρτο περίπου, με τον ήλιο να σε χτυπάει στην πλάτη. Από κει το Αιγαίο ανοίγει ολόγυρα κι η Χώρα φαίνεται από ψηλά σαν κάτι που κάποιος ακούμπησε προσεκτικά στην άκρη. Τον Δεκαπενταύγουστο εδώ πάνω γίνεται το μεγάλο πανηγύρι του νησιού.
Το φαγητό το βρίσκεις χαμηλά, στα τραπέζια της Χώρας και στην Άνω Μεριά. Ζητάς ματσάτα, τα χειροποίητα ζυμαρικά που ανοίγουν στο χέρι και τα σερβίρουν με κόκορα ή κουνέλι σε κόκκινη σάλτσα, βαριά και τίμια, από αυτά που σε καθηλώνουν για ώρα. Δίπλα το σουρωτό, το ντόπιο φρέσκο τυρί, κι ένα ποτήρι κρασί ή ρακή που δεν σε αφήνει να σηκωθείς. Τρως αργά, γιατί εδώ κανείς δεν βιάζεται.
Παραλίες που τις φτάνεις με τα πόδια
Τις μέρες τις δίνεις στις παραλίες. Η Αγκάλη με τα καθαρά νερά και τις ταβέρνες στην άμμο, εύκολη, φιλόξενη. Ο Άγιος Νικόλαος πιο πέρα, με τα αρμυρίκια. Και το Κάτεργο, το πιο άγριο απ’ όλα, με γκρίζα βότσαλα και άσπρους βράχους που κάνουν το νερό να μοιάζει λιωμένο τιρκουάζ. Στα περισσότερα φτάνεις με τα πόδια ή με το καΐκι, γιατί το νησί είναι μικρό, αραιοκατοικημένο, με λίγο πάνω από επτακόσιους κατοίκους, και δεν έχει σπαταλήσει τον εαυτό του σε δρόμους.


Η Χρυσοσπηλιά, αν το αφήσει η θάλασσα
Αν έχεις καΐκι και ήρεμη θάλασσα, ζήτα να σε πάνε στη Χρυσοσπηλιά. Μια θαλασσινή σπηλιά στη βορειοανατολική ακτή, δύσκολα προσβάσιμη, όπου στα τοιχώματα σώζονται χαραγμένα ονόματα από τον 4ο αιώνα π.Χ., αφημένα εκεί από νέους σε τελετές ενηλικίωσης. Δεν ανοίγει πάντα, δεν μπαίνει ο καθένας. Ίσως γι’ αυτό μένει στο μυαλό.
Φεύγεις από τη Φολέγανδρο και το τελευταίο που κρατάς είναι το φως στην κόψη του γκρεμού, λίγο πριν σβήσει.
Φωτογραφίες: discovergreece.com




