Σαμοθράκη, το βουνό που κρύβει το φεγγάρι

Το πλοίο βγαίνει από την Αλεξανδρούπολη και για ώρα και σαράντα πέντε λεπτά η στεριά μένει πίσω. Μετά, μέσα από την υγρή σκιά του Αιγαίου, σηκώνεται ένας όγκος που δεν μοιάζει με νησί. Μοιάζει με βουνό που κατέβηκε στη θάλασσα και κάθισε εκεί. Είναι το Σάος, το Φεγγάρι, χίλια εξακόσια έντεκα μέτρα γρανίτη, η ψηλότερη κορυφή σε νησί του Αιγαίου αν αφήσεις έξω την Κρήτη και την Εύβοια. Οι παλιοί έλεγαν πως το βουνό ήταν τόσο ψηλό που έκρυβε το φεγγάρι. Από εδώ, λέει ο μύθος, ο Ποσειδώνας παρακολουθούσε τον πόλεμο της Τροίας.

 

Δεν κατεβαίνεις στη Σαμοθράκη για ξαπλώστρες. Κατεβαίνεις για το νερό. Στα Θέρμα, δεκατέσσερα χιλιόμετρα από το λιμάνι της Καμαριώτισσας, μια θειούχα πηγή βγάζει νερό που φτάνει τους εξήντα βαθμούς. Το αφήνουν να καθίσει στις πισίνες, να πέσει στους τριάντα οκτώ, τριάντα εννιά, και μπαίνεις μέσα με τη μυρωδιά του θειαφιού να σου κάθεται στο δέρμα. Το ήξεραν από τα βυζαντινά χρόνια, αυτό το νερό, αλμυρό στη γεύση, θολό από τα άλατα. Καθίζεις εκεί και ακούς τα πλατάνια.

Το πραγματικό ταξίδι είναι πιο πάνω. Ακολουθείς το ρέμα του Φονιά, με τα πλατάνια να κλείνουν από πάνω σου, και το όνομα δεν είναι σχήμα λόγου. Τον χειμώνα, όταν φουσκώνει, το νερό κατεβαίνει σαν οργή και τον έβγαλαν Φονιά γι’ αυτό. Το καλοκαίρι είναι άλλο πράγμα. Ένα τέταρτο περπάτημα σε φέρνει στην πρώτη βάθρα, μια γούρνα σκαμμένη στον γρανίτη, νερό διάφανο και παγωμένο. Παραπάνω, αν έχεις πόδια και υπομονή, βρίσκεις την Κλειδωσό, τον ψηλότερο καταρράκτη του νησιού, τριάντα πέντε μέτρα νερό που πέφτει σε μια λεκάνη σκοτεινή. Παντού νερό. Οι βάθρες είναι δεκάδες, ανώνυμες οι περισσότερες, και κάθε μία σε βαφτίζει διαφορετικά.

Ο γρανίτης και τα ηφαιστειακά πετρώματα εξηγούν το σχήμα του νησιού. Το βουνό είναι σκληρό, κόβει τα σύννεφα, κρατάει τη βροχή, και τη στέλνει πίσω στη θάλασσα μέσα από αυτά τα φαράγγια. Γι’ αυτό η Σαμοθράκη είναι πράσινη εκεί που τα άλλα νησιά είναι ξερά.

Και μετά είναι το Ιερό. Στην Παλαιόπολη, ανάμεσα σε πλατάνια και ερείπια, τελούνταν τα Καβείρια μυστήρια, η λατρεία των Μεγάλων Θεών. Δεν ξέρουμε ακριβώς τι γινόταν εκεί, το όνομα των θεών ήταν ταμπού, δεν το πρόφεραν. Ξέρουμε όμως ποιοι έρχονταν. Άντρες και γυναίκες, παιδιά, Έλληνες και βάρβαροι, ελεύθεροι και δούλοι, όλοι μπορούσαν να μυηθούν, κάτι που δεν συνέβαινε στην Ελευσίνα. Ο Ηρόδοτος πέρασε από εδώ. Ο Φίλιππος ο Β’ λένε πως γνώρισε την Ολυμπιάδα σε αυτή τη μύηση.

Εδώ, το 1863, ο Γάλλος πρόξενος Σαμπουαζό ξέθαψε ένα σπασμένο μαρμάρινο σώμα με φτερά. Η Νίκη της Σαμοθράκης. Την έστειλε στο Παρίσι και από το 1884 στέκεται στην κορυφή της σκάλας του Λούβρου, χωρίς κεφάλι, χωρίς χέρια, με το ρούχο κολλημένο πάνω της σαν να τη χτυπάει ακόμα ο αέρας του Αιγαίου. Έφυγε από εδώ και δεν γύρισε.

Το τελευταίο βράδυ κάτσαμε στην Καμαριώτισσα και περιμέναμε το πλοίο της επόμενης μέρας. Πίσω μας το βουνό μαύριζε. Κάπου εκεί ψηλά συνέχιζε να τρέχει το νερό, στο σκοτάδι, όπως τρέχει χιλιάδες χρόνια, χωρίς να το βλέπει κανείς.

Δημήτρης Σταθόπουλος, tornosnews.gr

Φωτογραφίες: discovergreece.com