Ανεβαίνεις και ο αέρας αλλάζει πριν προλάβεις να το καταλάβεις. Αφήνεις πίσω σου τον Κορινθιακό και τη Ναύπακτο με το ενετικό της λιμάνι, και σε λίγα χιλιόμετρα ο δρόμος γίνεται στροφή, ρετσίνι, σκιά. Η ορεινή Ναυπακτία, τα παλιά Κράβαρα, ξεκινά εκεί που τελειώνει η ζέστη του κάμπου.
Στα πενήντα δύο χιλιόμετρα από τη Ναύπακτο σε περιμένει η Άνω Χώρα, χτισμένη στα χίλια εξήντα μέτρα, στις δυτικές απολήξεις των Βαρδουσίων. Τη λέγανε Μεγάλη Λομποτινά ως το 1930. Τα πέτρινα σπίτια της με τις κόκκινες σκεπές κρέμονται στην πλαγιά, τα καλντερίμια ανεβοκατεβαίνουν, και το ελατοδάσος αρχίζει εκεί που σταματά η τελευταία αυλή. Τον Ιούλιο, όση ώρα η Αθήνα λιώνει, εδώ φοράς ένα δεύτερο ρούχο το βράδυ.

Καθόμαστε στο καφενείο της πλατείας. Δεν το στήσανε για τουρίστες αυτό το καφενείο. Κρατάει τον τόπο σε επαφή με τον εαυτό του, χειμώνα καλοκαίρι. Ο καφές έρχεται αργά, η κουβέντα πιο αργά. Γύρω μας, το πράσινο της κεφαλληνιακής ελάτης, του ενδημικού μας έλατου που στοιβάζεται πυκνό ανάμεσα στα οκτακόσια και τα χίλια εξακόσια μέτρα. Από αυτό το δάσος βγαίνει το μέλι ελάτης, σκούρο, ρετσινάτο, από τα ακριβότερα που έχει η χώρα. Θα το βρεις στα σπίτια, στα ράφια του συνεταιρισμού, μαζί με το τσάι του βουνού και τα κάστανα που εδώ τα μαζεύουν ακόμα με το χέρι.

Παίρνεις τον δρόμο για την Ελατού, λίγο πιο κάτω, στα χίλια μέτρα. Πήρε τ’ όνομά της από τα ίδια τα έλατα που την κυκλώνουν, το 1928. Από κει και πάνω, η διαδρομή προς τα Κρυονέρια είναι δεκατέσσερα χιλιόμετρα μέσα σε δάσος που κλείνει από πάνω σου σαν στοά. Τα Κρυονέρια, στα χίλια εκατόν εβδομήντα μέτρα, είναι το ψηλότερο χωριό της περιοχής. Το λέγανε Κουτολίστα κάποτε. Πήραν τ’ όνομα από τα νερά, και τα νερά ακούγονται παντού, κάτω από την πέτρα, μέσα στη βρύση, στη ρίζα του πλατάνου.

Η γεωγραφία εδώ γράφεται με ποτάμια. Ο Εύηνος κατεβαίνει από τα Βαρδούσια και χαράζει φαράγγια, ο Μόρνος λιμνάζει νοτιότερα πίσω από το φράγμα του. Ανάμεσά τους, σαρανταπέντε και βάλε χωριά κρεμασμένα στις πλαγιές, το ένα αντικριστά στο άλλο πάνω από τη ρεματιά.
Δεκατέσσερα χιλιόμετρα από την Άνω Χώρα, μέσα στο δάσος, στέκει η Μονή της Παναγίας της Αμπελακιώτισσας. Την ξεκίνησαν, λέει η παράδοση, το 1456. Τη λένε Κιβωτό της Ναυπακτίας, γιατί φυλάει την εικόνα της Παναγιάς, το ξυλόγλυπτο τέμπλο, κειμήλια αιώνων. Μπαίνεις και η δροσιά σε τυλίγει διαφορετική εδώ, πιο βαθιά, μυρίζει κερί και υγρή πέτρα.

Το απόγευμα κατεβαίνει νωρίς στο βουνό. Η ελάτη μαυρίζει, τα σπίτια ανάβουν ένα ένα, το καφενείο ξαναγεμίζει με τους ίδιους ανθρώπους. Πίνεις ένα τσίπουρο, το ίδιο που θα γιορτάσουν εδώ τον Οκτώβρη μαζί με τα κάστανα, και ακούς τα έλατα να δουλεύουν στον αέρα. Κανείς δεν βιάζεται να κατέβει πάλι στον κάμπο. Εδώ πάνω τον χρόνο τον μετράνε αλλιώς, με τις εποχές και με τη δροσιά.

Φωτογραφίες: orininafpaktia.gr






