Το καλντερίμι το βλέπεις πριν προλάβεις καλά – καλά να κατέβεις από το αμάξι. Ανηφορίζει στριφτό ανάμεσα στα πετρόχτιστα, γυαλισμένο από πατημασιές αιώνων, και σε βγάζει λαχανιασμένο σε μια πλατεία όπου το φως του βουνού πέφτει καθαρό, σχεδόν σκληρό. Πεντάλοφος, λίγο πάνω από τα χίλια μέτρα, εκεί που το Βόιο ανοίγει πέρασμα ανάμεσα στη Μακεδονία και την Ήπειρο.
Ζουπάνι, το χωριό των μαστόρων
Το χωριό λεγόταν κάποτε Ζουπάνι. Το σημερινό του όνομα το πήρε το 1928, αφού πέρασε πρώτα, για έναν χρόνο, ως Πετρόβουνο — λες και δεν του έφτανε η πέτρα, την ήθελε και στ’ όνομα. Οι παλιοί πάντως δεν μετράνε τον χρόνο με ονόματα. Με πέτρες τον μετράνε. Οι Ζουπανιώτες ήταν μαστόροι της πέτρας, χτιστάδες και πελεκητές, το σημαντικότερο απ’ τα Μαστοροχώρια της Κοζάνης, ξακουστοί όσο και οι πετράδες του Γράμμου. Στέκεσαι μπροστά σ’ έναν τοίχο και τον διαβάζεις σαν χειρόγραφο: οι αράδες του ψαμμίτη ταιριασμένες η μία πάνω στην άλλη, χωρίς να φαίνεται λάσπη, οι γωνιόλιθοι πελεκημένοι με το καλέμι ένας -ένας.

Τα κουδαρίτικα
Έφευγαν την άνοιξη, σε μπουλούκια, με τα εργαλεία στον ώμο. Χτίζανε σπίτια, εκκλησιές, καμπαναριά, γεφύρια για ξένους, σ’ όλη την Ήπειρο και τη Μακεδονία, μέχρι βαθιά μέσα στα Βαλκάνια. Γύρναγαν το φθινόπωρο με λίγα λεφτά και πολλή σιωπή. Μεταξύ τους μιλούσαν μια δική τους γλώσσα, τα κουδαρίτικα, τη σιναφιάτικη αργκό που φύλαγε τα μυστικά της δουλειάς και κρατούσε τον παραγγελιοδόχο σε απόσταση. Άνθρωποι που έχτισαν μισά Βαλκάνια, κι όμως μιλούσαν έτσι που να μην τους πιάνει κανένας απ’ έξω.

Ο Άγιος Αχίλλειος
Ανεβαίνω στον Άγιο Αχίλλειο, το παλιότερο κτίσμα του χωριού, τρίκλιτη θολωτή βασιλική του 1742. Οι τοιχογραφίες μέσα είναι του 1774, ζωγραφισμένες από τεχνίτες των Χιονάδων της Ηπείρου. Αυτοί πέρασαν την τέχνη και στα ντόπια χέρια. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο σκαλισμένο βαθιά, σκηνές από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Κι αυτό εδώ οι δικοί τους το σήκωσαν, οι ίδιοι που ξενιτεύονταν να χτίζουν των άλλων τα σπίτια. Μέσα έχει ψύχρα και μυρίζει κερί.

Η απάνω γειτονιά
Στο καφενείο της πλατείας τρεις άντρες πίνουν αργά τον καφέ τους. Δεν γυρίζουν να με κοιτάξουν. Λίγοι έμειναν. Πιο πάνω, στην απάνω γειτονιά, τα σπίτια κλειστά, τα παντζούρια δεμένα, καμιά στέγη έχει αρχίσει να κάθεται. Δεν ακούγεται τίποτα εκεί ψηλά, μόνο ο αέρας ανάμεσα στους άδειους τοίχους.

Η Σκάλα των μαστόρων
Κατεβαίνω από την ίδια σκάλα απ’ όπου κατέβαιναν τα μπουλούκια, τη Σκάλα προς την Αγία Σωτήρα, το στριφτό λιθόστρωτο που έχει δει περάσματα στρατών και αναχωρήσεις μαστόρων. Στο τέλος της ο κατήφορος συνεχίζει, το βουνό από κάτω ίδιο όπως πάντα.
Δεν ξέρω πού πήγε το χέρι που ακούμπησε την τελευταία πέτρα σ’ αυτόν τον τοίχο. Ποιανού σπίτι έχτισε μετά, αν γύρισε ποτέ. Ξέρω μόνο πως το σημάδι του καλεμιού του είναι ακόμα εδώ. Το αγγίζω με τα δάχτυλα, πιο μόνιμο από κάθε όνομα.
Φωτογραφίες: https://choriaelladas.gr



